θοίνημα Save Bailly 2024 Pape θοίνημα, ατος (τὸ) c. θοίναμα, Posidon. (Ath. 153b). θοίνημα, τό, = θοίναμα, der Schmaus, die Speise, τράπεζαν πλήρη βαρβαρικῶν θοινημάτων Posidon. bei Ath. IV.153b.