θοινατικός
θοινατικός, of or for a feast
θοιν-ᾱτικός, ή, όν,
- of or for a feast, X. Oec. 9.7 (v.l. -ητικός).
θοινατικός, ή, όν [ᾱ] qui concerne les festins, de festin, Xén. Œc. 9, 7 (vulg. -ητικός).
Étym. θοινάω.
θοινατικός, [ᾱ], zum Schmause gehörig, ὄργανα Xen. Oec. 9.7.
θοινατικός
θοινᾱτικός, ή, όν
- of or for a feast, Xen. from θοινάω