θοινίζω
θοιν-ίζω,
- v.l. for θοινάω (q. v.).
θοινίζω, donner un festin, Hdt. 1, 129 vulg.
Étym. θοίνη.
θοινίζω, bewirten, einen Schmaus geben ; τὸ δεῖπνον, τό μιν ἐκεῖνος σαρξὶ τοῦ παιδὸς ἐθοίνισε Her. 1.129, v.l. ἐθοίνησε.