Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θοίηβος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θνα
θνᾴσκω
θνατογενής
θνατός
θνηξιμαῖος
θνησείδιον
θνησείδιος
θνησιμαῖος
θνῆσις
θνῄσκω
θνητάδιος
θνητογαμία
θνητογενής
θνητοειδής
θνητός
θνητότης
θνητόψυχος
θοάζω
Θοαί
Θοαντιάς
θόαξος
θοάς
Θόας
θόασμα
θοδράκιον
Θόη
θοῃρός
θοηρός
θοιά
θοία
θοίηβος
θοἰματίδιον
θοἰμάτιον
θοῖνα
θοίνα
θοινάζω
θοίναμα
θοιναρμόστρια
θοινατήρ
θοινατήριον
θοινατήριος
θοινατικός
θοινάτωρ
θοινάω
θοίνη
θοίνημα
θοινητήριον
θοινήτωρ
θοινίζω
θοινοδοτέω
Θοίνων
θοῖτο
θολερεῖν
θολερός
θολερότης
θολερόφρον
θολερώδης
θολία
θολικός
θολοειδής
θολοειδῶς
…
θοίηβος
Save
LSJ
θοίηβος, ὁ,
=
θαῦμα,
Cyr.
; cf.
θῆβος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}