θοίναμα
θοίναμα, a meal, feast
θοίν-ᾱμα, ατος, τό,
- meal, feast, E. Or. 814, Ion 1495 (both lyr.), Posidon. 12 J.
θοίναμα, ατος (τὸ) [νᾱ] festin, Eur. Or. 814, Ion 1495.
Étym. θοινάω.
θοίναμα, [νᾱ], τό, der Schmaus, das Gastmahl ; Eur. Or. 812 ; οἰωνῶν γαμφηλαῖς θοίν. Ion 1496. S. θοίνημα.
θοίναμα
θοίνᾱμα, ατος, τό,
θοινάω
- a meal, feast, Eur.