Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θοινητήριον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θνητόψυχος
θοάζω
Θοαί
Θοαντιάς
θόαξος
θοάς
Θόας
θόασμα
θοδράκιον
Θόη
θοῃρός
θοηρός
θοιά
θοία
θοίηβος
θοἰματίδιον
θοἰμάτιον
θοῖνα
θοίνα
θοινάζω
θοίναμα
θοιναρμόστρια
θοινατήρ
θοινατήριον
θοινατήριος
θοινατικός
θοινάτωρ
θοινάω
θοίνη
θοίνημα
θοινητήριον
θοινήτωρ
θοινίζω
θοινοδοτέω
Θοίνων
θοῖτο
θολερεῖν
θολερός
θολερότης
θολερόφρον
θολερώδης
θολία
θολικός
θολοειδής
θολοειδῶς
θολόεις
θολομιγής
θόλος
θολός
θολόω
θολύνω
θολώδης
θόλωμα
θόλωσις
θολωτός
θονανία
θοός
θοόω
θοραῖος
θοράνας
Θοράτης
…
θοινητήριον
Save
Pape
θοινητήριον
, τό, = θοινατήριον, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}