θοινάζω
θοιν-άζω, rare form for θοινάω, X. Ages. 8.7, Ael. Fr. 267.
θοινάζω, c. θοινάω, Xén. Ages. 8, 7 ; El.
Étym. Suid. vo Μάρκος.
θοινάζω, = θοινάω, Xen. Ages. 8.7 u. Sp.
θοινάζω
from θοίνα
θοινάζω,
= θοινάω, Xen.