θοινήτωρ
θοιν-ήτωρ, ορος, ὁ,
- = θοινάτωρ, AP 7.241 (Antip.Sid.).
θοινήτωρ, ορος (ὁ) qui dévore, Anth. 7, 241 ; c. θοινάτωρ, Nonn. Jo. 6, 55.
θοινήτωρ, ορος, ὁ, = θοινάτωρ, Antip.Sid. 99 (VII.241).
θοινήτωρ
= θοινάτωρ, θοινατήρ, Anth.