θοινάτωρ
θοινάτωρ, feaster
θοιν-άτωρ [ᾱ], ορος, ὁ,
- feaster, E. Ion 1206, 1217.
θοινάτωρ, ορος (ὁ) [ᾱ] convive, Eur. Ion 1206, 1217.
θοινάτωρ, ορος, ὁ, = θοινατήρ, der Schmausende, Eur. Ion 1206, 1217. Vgl. θοινήτωρ.
θοινάτωρ
θοινά_τωρ, ορος,
= θοινατήρ, Eur.
from θοινάω