κατακάλυμμα
κατακάλυμμα, covering, veil
κατακάλυμμα [κᾰλ], ατος, τό,
- covering, veil, LXX Ex. 26.14, J. BJ 5.12.3 (dub. l.).
κατακάλυμμα, ατος (τὸ) [ᾰλ] couverture, enveloppe, Spt. Ex. 26, 14, etc. ; Jos. B.J. 5, 12, 3.
Étym. κατακαλύπτω.
κατακάλυμμα, τό, Verhüllung, Decke, Jos., LXX.