καταισθάνομαι
καταισθάνομαι, to come to full perception of
καταισθάνομαι,
- perceive, τι S. OT 422.
κατ·αισθάνομαι (ao. 2 sbj. 3 sg. καταίσθῃ) s’apercevoir de, apprendre, acc. Soph. O.R. 422.
καταισθάνομαι, (αἰσθάνομαι), verstärktes αἰσθάνομαι, ὅταν καταίσθῃ τὸν ὑμέναιον Soph. O.R. 422.
καταισθάνομαι
fut. -αισθήσομαι
- Dep. to come to full perception of, Soph.