καταῖτυξ
καταῖτυξ, a low helmet
καταῖτυξ, ῠγος, ἡ,
- leathern helmet, without φάλος or λόφος, Il. 10.258.
καταῖ·τυξ, υγος (ἡ) [ῠγ] casque bas sans panache, Il. 10, 258.
Étym. καταί, τεύχω.
καταῖτυξ, υγος, ἡ (nach dem Schol. ἀπὸ τοῦ κατω τετύχθαι, vgl. Lobeck par. 282), eine Sturmhaube von Leder ; Il. 10.258 ἀμφὶ δέ οἱ κυνέην κεφαλῆφιν ἔθηκε ταυρείην, ἄφαλόν τε καὶ ἄλοφον, ἥ τε κατ. κέκληται.
καταῖτυξ
A kind of helmet described in Il. 10.258.
καταῖτυξ , υγος, leather helmet or skull-cap, Il. 10.258†. (See cut No. 115.)
καταῖτυξ, ῠγος, ἡ,
- a low helmet or skull-cap of neatʼs leather, Il. deriv. uncertain