κατάκασσα Save LSJ Pape κατάκασσα or κατα-κᾶσα, ἡ, = κάσσα, Call. Fr. 184 (κατακάσαι Hsch.). κατάκασσα, ἡ, od. κατακάσα, = κάσσα, Callim. bei EM. 819.4, vgl. 494.38.