κατακάρπιον
κατακάρπ-ιον, τό,
- = περικάρπιον, Thphr. HP 4.10.3 codd. (dub. l.).
κατακάρπιον, ου (τὸ) enveloppe d’un fruit, capsule, Th. H.P. 4, 10, 3.
Étym. κατάκαρπος.
κατακάρπιον, τό, Fruchtgehäuse, Theophr.