καταισχυμμός
καταισχυμμός, shaming, disgrace
καταισχυμμός, ὁ,
- shaming, disgrace, Sm. Mi. 2.6.
καταισχυμμός, οῦ (ὁ) humiliation, Symm. Ps. 43, 16 ; Clém. 587, etc.
Étym. καταισχύνω.
καταισχυμμός, ὁ, Beschimpfung, Clem.Al.