καταισχυντήρ
καταισχυντήρ, a dishonourer
καταισχυν-τήρ, ῆρος, ὁ,
- dishonourer, δόμων A. Ag. 1363.
καταισχυντήρ, ῆρος (ὁ) qui déshonore, gén. Eschl. Ag. 1363.
Étym. καταισχύνω.
καταισχυντήρ, ῆρος, ὁ, der Beschimpfende, Entehrende, δόμων Aesch. Ag. 1336.
καταισχυντήρ
κατ-αισχυντήρ, ῆρος,
- a dishonourer, Aesch.