κατακαίνυμαι
κατακαίνυμαι, to be adorned
κατακαίνυμαι, pf. -κέκασμαι,
- to be adorned, κεφαλῇ κατὰ γυῖα κέκασται Emp. 134.1.
κατα·καίνυμαι (pf. κατακέκασμαι) être orné de, dat. Rhét. 1, 639 W.