καταίρεσις Save LSJ Grieks Nederlands Pape καταίρεσις, κατ-αιρέω, Ion. for καθαίρεσις, -αιρέω. καταίρεσις -εως, ἡ Ion. voor καθαίρεσις. καταίρεσις, ἡ, ion. = καθαίρεσις, Her.