καταιόνησις
καταιόν-ησις, εως, ἡ, = foreg., D.Chr. 17.6, M.Ant. 5.9, Poll. 4.180, Gal. 12.675; αἱ κατὰ κεφαλῆς κ. Ath. 1.24d.
καταιόνησις, εως (ἡ) action d’humecter, de bassiner, M. Ant. 5, 7 ; Gal. 10, 148.
Étym. καταιονάω.
καταιόνησις, ἡ, das Daraufgießen, Begießen ; Medic.; M.Ant. 5.7.