καταλλακτήριος
καταλλακτήριος, reconciliatory
καταλλ-ακτήριος, ον,
- reconciliatory, συμβάσεις Ph. 1.673; fem. -ία as epith. of Aphrodite, Milet. 7.19.
καταλλακτήριος, α, ον, propre à réconcilier, qui réconcilie, Phil. 1, 673.
Étym. καταλλάσσω.
καταλλακτήριος, zum Austausch, zur Versöhnung gehörig, Sp.