καταλογέω Save LSJ Bailly 2024 Pape κατ-ᾰλογέω, v. κατηλογέω. *καταλογέω, v. κατηλογέω. καταλογέω, ion. κατηλογέω, ganz vernachlässigen, gering achten ; τί, Her. 1.144, 3.121 ; τινός, 1.84 ; Folgde.