Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταλυγίζω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταλληλότης
καταλλήλως
καταλοάω
καταλοβεύς
καταλογάδην
καταλογεῖον
καταλογεύς
καταλογέω
καταλογή
καταλογία
καταλογίζομαι
καταλογισμός
κατάλογος
καταλόει
καταλοιάω
καταλοιδορέω
κατάλοιπος
καταλοκίζω
καταλούομαι
καταλουστικοί
καταλούω
καταλοφάδεια
καταλοφάδια
καταλόχεια
καταλοχία
καταλοχίζω
καταλοχισμός
κατάλοχος
καταλσής
κάταλσος
καταλυγίζω
καταλυκουργίζω
κατάλυμα
καταλυμαίνομαι
καταλυμακόομαι
καταλύμανσις
καταλυπέω
κατάλυπρος
καταλύσιμος
κατάλυσις
καταλυσσάω
καταλυτέος
καταλυτήρ
καταλυτήριον
καταλύτης
καταλυτής
καταλυτικός
κατάλυτος
καταλύω
καταλωβάω
καταλωφάω
καταλωφέω
καταμαγγανεύω
καταμαγεῖον
καταμάγειον
καταμαγεύω
καταμαθηματικεύω
καταμάθησις
καταμαθητέον
καταμαθητικός
καταμαίνομαι
…
καταλυγίζω
Save
LSJ
Pape
καταλῠγίζω,
= λυγίζω,
Hsch.
(Pass.).
καταλυγίζω
, = λυγίζω, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}