Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταλόει
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταλίπαρος
καταλιτανεύω
καταλιφή
καταλιχμάζομαι
καταλιχμάομαι
καταλιχνεύω
καταλλάγδην
καταλλαγή
κατάλλαγμα
καταλλακτήριος
καταλλάκτης
καταλλακτικός
κατάλλαξις
καταλλάσσω
καταλλάττω
καταλληλία
κατάλληλος
καταλληλότης
καταλλήλως
καταλοάω
καταλοβεύς
καταλογάδην
καταλογεῖον
καταλογεύς
καταλογέω
καταλογή
καταλογία
καταλογίζομαι
καταλογισμός
κατάλογος
καταλόει
καταλοιάω
καταλοιδορέω
κατάλοιπος
καταλοκίζω
καταλούομαι
καταλουστικοί
καταλούω
καταλοφάδεια
καταλοφάδια
καταλόχεια
καταλοχία
καταλοχίζω
καταλοχισμός
κατάλοχος
καταλσής
κάταλσος
καταλυγίζω
καταλυκουργίζω
κατάλυμα
καταλυμαίνομαι
καταλυμακόομαι
καταλύμανσις
καταλυπέω
κατάλυπρος
καταλύσιμος
κατάλυσις
καταλυσσάω
καταλυτέος
καταλυτήρ
καταλυτήριον
…
καταλόει
Save
Bailly 2024
καταλόει,
v.
καταλούομαι
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}