καταλοχία
καταλοχ-ία, ἡ,
- = καταλοχισμός, v.l. in LXX 2 Ch. 31.18.
καταλοχία, ας (ἡ) division par cohortes, par troupes, Spt. 2 Par. 31, 18.
Étym. κ. λόχος.
καταλοχία, ἡ, = καταλόχεια, LXX.