καταλογισμός Save Bailly 2024 Pape καταλογισμός, οῦ (ὁ) calcul, supputation, Spt. 1 Par. 4, 33, etc. ; 1 Esdr. 5, 39. Étym. καταλογίζομαι. καταλογισμός, ὁ, das Zusammenzählen, -rechnen, LXX.