καταλούω Save Pape καταλούω, (λούω), verbaden, mit Bädern durchbringen, Med.; ὥσπερ τεθνεῶτος καταλούει (oder mit Bekker καταλόει) μου τὸν βίον Ar. Nub. 828, Schol. erkl. καταναλίσκει.