καταπλατύνω Save LSJ Bailly 2024 Pape καταπλᾰτύνω, strengthd. for πλατύνω, Gal. 2.298: κατα·πλατύνω [ᾰτ] rendre très large, Gal. 2, 298. καταπλατύνω, verstärktes πλατύνω, Sp.