μονόχροιος
μονό-χροιος, ον,
- v.l. for μονόχροος in Xenocr. ap. Orib. 2.58.109.
μονό·χροιος, ος, ον, c. μονόχροος, Xénocr. Al. 57.
μονόχροιος, = μονόχροος, Xenocr. de alim., zw.