μονόχρως Save Bailly 2024 Pape μονό·χρως, ως, ων, gén. ωτος, c. les préc. Arstt. G.A. 3, 1, 3, etc. Étym. μ. χρώς. μονόχρως, ωτος, einfarbig, Arist. inc. 5.6.