νοσφιστής
νοσφιστής, peculator
νοσφ-ιστής, οῦ, ὁ,
- peculator, χρημάτων ἀλλοτρίων Vett.Val. 48.26, cf. Cat.Cod.Astr. 2.194; τῶν δημοσίων Sch. Luc. JTr. 48, cf. Sch. Ar. V. 832.