νοταπηλιωτικός
νοταπηλιωτικός, south-easterly
νοτᾰπηλι-ωτικός, ή, όν,
- south-easterly, Str. Chr. 11.9, Ptol. Tetr. 40, Vett.Val. 8.24.
νοταπηλιωτικός, ή, όν [ᾰ] du sud-est, Procl. Ptol. 2, 3, p. 85, 92.
Étym. νοταπηλιώτης.
νοταπηλιωτικός, südöstlich, Procl.