Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νοσσοειδής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νοσογνωμονικός
νοσογνώμων
νοσοεργός
νοσόθυμος
νοσοκομεῖον
νοσοκομέω
νοσοκόμησις
νοσοκομία
νοσοκόμος
νοσολογέω
νοσολύτης
νοσομελής
νοσοποιέω
νοσοποιός
νόσος
νοσοτροφία
νοσοτυφέω
νοσοφόρος
νοσσ
νοσσάκιον
νόσσαξ
νοσσάριον
νοσσάς
νοσσὰς ὄρνις
νοσσεύω
νοσσιά
νοσσία
νοσσίον
νοσσίς
Νοσσίς
νοσσοειδής
νοσσοποιέω
νοσσός
νοσσοτροφέω
νοστέω
νοστίζω
νόστιμος
νόστος
νοστόω
Νοστώ
νόσφι
νοσφίδιος
νοσφιδόν
νοσφίζομαι
νοσφίζω
νόσφιν
νοσφισμός
νοσφιστής
νοσώδης
νόσωσις
νοταπηλιώτης
νοταπηλιωτικός
νοτερός
νοτέω
νοτηρός
νοτία
νοτιαῖος
νοτιάω
Νοτιεύς
νοτίζω
νοτίη
…
νοσσοειδής
Save
Pape
νοσσοειδής
, ές,
vogel-, hühnerartig
, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}