About Report a problem

Menu

νοσφίζω

νοσφίζω, turn away, shrink back

νοσφ-ίζω, Att. fut. νοσφῐῶ S. Ph. 1427, E. Alc. 43: aor. 1 ἐνόσφισα Pi. N. 6.62, etc.:—Med., fut. νοσφίσομαι IG 12(7).515.93 (Amorgos, ii B.C.); Ep. νοσφίσσομαι A.R. 4.1108: aor. ἐνοσφισάμην, Ep. νοσφισάμην, νοσφισσάμην (v. infr.): pf. νενόσφισμαι PCair.Zen. 484.4 (iii B.C.), Str. 2.3.4, Plu. Luc. 37:—Pass., aor. ἐνοσφίσθην Od. 11.73, etc.:
    • I Hom. only Med. and Pass., turn away, shrink back, νοσφισθείς ibid., Thgn. 94; νοσφίσατʼ Od. 11.425: metaph., ψεῦδός κεν φαῖμεν καὶ νοσφιζοίμεθα μᾶλλον Il. 2.81, 24.222.
      • 2 c. gen., turn away from, τίφθʼ οὕτω πατρὸς νοσφίζεαι; Od. 23.98.
      • 3 c. acc., forsake, abandon, παῖδά τʼ ἐμὴν νοσφισσαμένην θάλαμόν τε πόσιν τε 4.263; elsewh. in Hom. of places, Κρήτης ὄρεα νιφόεντα νοσφισάμην ib. 19.339; νοσφισσαμένη τόδε δῶμα ib. 579, 21.77, 104; νοσφισθεῖσα θεῶν ἀγορήν h.Cer. 92; ὅρκον ἐνοσφίσθης Archil. 96; εἴ σε νοσφίζομαι if I forsake thee, S. OT 693 (lyr.).
    • II after Hom. (ἀπονοσφίσσειεν first in h.Cer. 158) in Act., set apart, separate, remove, τινὰ ἐκ δόμων E. Hel. 641 (lyr.); βρέφος ματέρος ἀποπρό Id. IA 1286 (lyr.); τινὰ ἀπό τινος Lyc. 1331; τινα A.R. 2.793: metaph., ν. τινὰ βίου separate him from life, i.e. kill him, S. Ph. 1427; τῷ νύ μʼ . . ἐκ βιότοιο νοσφίσατʼ (imper.) ἐσσυμένως Q.S. 13.282; ν. τινά alone, A. Ch. 438 (lyr.), Eu. 211; ν. τινὰ ἐρωμανίης AP 5.292 (Paul.Sil.).
      • 2 deprive, rob, τινά τι one of a thing, Pi. N. 6.62; also ν. τινά τινος A. Ch. 620 (lyr.), E. Alc. 43; τοὺς θανόντας νοσφίσας ὧν χρῆν λαχεῖν Id. Supp. 539; γέροντʼ ἄπαιδα νοσφίσας, i. e. ὥστε ἄπαιδα εἶναι, Id. Andr. 1207 (lyr.).
      • 3 Med., put aside for oneself, appropriate, purloin, νοσφίσασθαι ὁπόσα ἂν βουλώμεθα X. Cyr. 4.2.42, cf. SIG 993.21 (Calauria, iii B.C.), Plb. 10.16.6, Ἑλληνικά 1.18 (Gytheum, i A.D.): in pf. Pass., νενοσφισμένος πολλά Str. l.c., cf. Plu. l.c.: ν. ἀπὸ τῶν ἀμφιτάπων, ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος, ἀπὸ τῆς τιμῆς, appropriate part of . ., PCair.Zen. l.c., LXX Jo. 7.1, Act.Ap. 5.2; ἐκ τοῦ χρήματος Ath. 6.234a: abs., PPetr. 3 p.162 (iii B.C.), Ep.Tit. 2.10.
    • III Med. in act. sense, deprive, rob, σφʼ ἀδελφὸς χρημάτων νοσφίζεται E. Supp. 153, cf. A.R. 4.1108.
      • 2 in later poets, remove, τοὺς . . ἀπὸ Ξάνθοιο . . πνοιαὶ νοσφίσσαντο D.P. 684; νοσφίσατʼ ἐκ θυμοῖο καὶ ἡδέος ἐκ βιότοιο Q.S. 10.79.—Rare in Att. Prose.

Saved

Recent