Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νόσωσις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νοσσάκιον
νόσσαξ
νοσσάριον
νοσσάς
νοσσὰς ὄρνις
νοσσεύω
νοσσιά
νοσσία
νοσσίον
νοσσίς
Νοσσίς
νοσσοειδής
νοσσοποιέω
νοσσός
νοσσοτροφέω
νοστέω
νοστίζω
νόστιμος
νόστος
νοστόω
Νοστώ
νόσφι
νοσφίδιος
νοσφιδόν
νοσφίζομαι
νοσφίζω
νόσφιν
νοσφισμός
νοσφιστής
νοσώδης
νόσωσις
νοταπηλιώτης
νοταπηλιωτικός
νοτερός
νοτέω
νοτηρός
νοτία
νοτιαῖος
νοτιάω
Νοτιεύς
νοτίζω
νοτίη
νότινος
Νότιον
νότιος
νοτίς
νοτισμός
νοτιώδης
νοτόθεν
νοτολιβυκός
νοτόνδε
νότος
Νότος
νοττάριον
νοττεύω
νοττίον
νοττός
νοττῶτις
νότυλος
νοτώδης
Νοῦβαι
…
νόσωσις
Save
LSJ
νόσ-ωσις, εως, ἡ, v. νόσανσις.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}