νοσσοποιέω Save Bailly 2024 Pape νοσσοποιέω-ῶ, c. *νεοσσοποιέω, Spt. Esaï. 60, 8. νοσσοποιέω, zsgzn statt νεοσσοποιέω, nisten, brüten, LXX.