παντολέτειρα
παντολέτειρα, destroyer of all
παντ-ολέτειρα, ἡ,
- destroyer of all, Orph. H. 26.2.
παντ·ολέτειρα, ας, adj. f. c. παντολέτωρ, Orph. H. 25, 2.
παντολέτειρα, ἡ, Allverderberin, Orph. H. 25.2.