παντοκρατορικός Save Bailly 2024 Pape παντοκρατορικός, ή, όν [ᾰτ] qui concerne la toute puissance, Clém. 1, 1216, 1316 Migne, etc. παντοκρατορικός, ή, όν, die Allmacht betreffend, allmächtig, Sp., bes. K.S.