παντοπράκτης Save LSJ Bailly 2024 Pape παντο-πράκτης, ου, ὁ, = πανοῦργος, Ptol. Tetr. 166. παντο·πράκτης, ου, adj. m. c. παντοποιός, Ptol. Tetr. p. 166, 22. Étym. π. πράσσω. παντοπράκτης, ὁ, = παντοποιός, Ptolem.