Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παντοπωλεῖον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παντοκράτωρ
παντοκτίστης
παντολάβος
παντολέτειρα
παντολέτης
παντολέτωρ
Παντολέων
παντολιγοχρόνιος
παντολμία
παντολμίας
παντόλμιος
πάντολμος
παντολόγος
παντομάντειρα
παντομεταβόλος
παντομετάβολος
παντομιγής
παντόμιμος
παντομισής
παντόμορφος
παντομώμητος
παντόμωρος
παντονίκης
παντοπαθής
παντοπλανής
παντοποιός
παντοπόρος
παντοπράκτης
παντόπτας
παντόπτης
παντοπωλεῖον
παντοπωλέω
παντοπώλης
παντοπωλία
παντοπώλιον
παντόπωλις
παντοραίστης
παντορέκτης
πάντοσε
παντόσεμνος
παντόσοφος
παντοστεγής
παντόστικτος
παντόσυνος
παντοσώματος
πάντοτε
παντότεκνος
παντοτελής
παντοτεχνής
παντότης
παντοτινάκτης
παντοτόκος
παντότολμος
παντοτρόπος
παντοτρόφος
παντουργία
παντουργικός
παντουργός
παντοῦχος
παντοφαγία
παντοφάγος
…
παντοπωλεῖον
Save
Pape
παντοπωλεῖον
, τό,
Ort, wo man allerlei verkauft
, Poll. 7.16. S. παντοπώλιον.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}