προσκρουσμός
προσκρουσμός, dashing against
προσ-κρουσμός, ὁ,
- = πρόσκρουσις I, Placit. 3.3.12.
προσκρουσμός, οῦ (ὁ) c. πρόσκρουσις, Stob. Ecl. 2, 598.
προσκρουσμός, ὁ, = πρόσκρουσις, Sp.
προσκρουσμός, dashing against