προσκύνημα
προσκύνημα, act of worship
προσκῠν-ημα, ατος, τό,
- act of worship, OGI 184.8 (Philae, i B.C.), al., Epigr.Gr. 1004, 1010 (Egypt); τὸ π. σου ποιῶ παρὰ τῷ κυρίῳ Σαράπιδι BGU 384.4 (ii/iii A.D.), PFay. 127.4 (ii/iii A.D.).
προσκύνημα, τό, Verehrung, Anbetung, Sp.