προσκρουστικός
προσκρουστικός, offensive
προσ-κρουστικός, ή, όν,
- offensive, τὸ π. τῶν ἐπιτιμήσεων Tib. Fig. 11, cf. Dam. Isid. 285, Sch. Ar. Ach. 316.
προσκρουστικός, ή, όν, choquant, offensant, Damasc. (Suid. vo ἐπίφορος).
Étym. προσκρούω.
προσκρουστικός, ή, όν, anstößig, verfeindend, Schol. Ar. Ach. 316 u. Soph. El. 62.