συγκίνημα
συγκίνημα, commotion
συγκῑν-ημα, ατος, τό,
- commotion, S.E. M. 9.170 (but f.l. for κίνημα).
συγκίνημα, ατος (τὸ) [ῑ] commotion, Sext. M. 9, 170.
Étym. συγκινέω.
συγκίνημα, τό, das Mitbewegte ; auch = συγκίνησις, Schol. Aesch. Pers. 412.