σύγκλεισμα
σύγκλεισμα, border
σύγ-κλεισμα, ατος, τό,
- border, LXX 3 Ki. 7.29; cf. συγκλειστός 3.
σύγκλεισμα, ατος (τὸ) ouvrage fait d’incrustations ou de pièces de rapport, Spt. 3 Reg. 7, 29.
Étym. συγκλείω.
σύγκλεισμα, τό, Verschluß, Verband, LXX.