συγκλασμός
συγκλασμός, breaking
συγ-κλασμός, ὁ,
- breaking, ἔθετο . . τὰς συκᾶς μου εἰς σ. LXX Jl. 1.7.
συγκλασμός, οῦ (ὁ) collision, Spt. Joel 1, 7.
Étym. συγκλάω.
συγκλασμός, ὁ, = σύγκλασις, LXX, Suid. v. γομφιασμός.