συγκιρνάω Save Bailly 2024 Pape συγ·κιρνάω-ῶ, c. συγκεράννυμι, Ath. 476a ; DL. 7, 158. συγκιρνάω, u. συγκίρνημι, = συγκεράννυμι ; συνεκίρνατο, Tim.Locr. 96a ; συγκιρνάντες, Ath. I.38f ; συγκιρνᾶσθαι, XI.476a.