συγκινητικός
συγκινητικός, stimulative
συγκῑν-ητικός, ή, όν,
- stimulative, Herod.Med. in Rh.Mus. 58.86, Ptol. Tetr. 87, Cass. Pr. 16 (ed. Sylburg, συγκριτικήν Ideler).
συγκινητικός, ή, όν [κῑ] moteur, Cass. Probl. 16.
Étym. συγκινέω.