σύγκλῃσις Save LSJ Grieks Nederlands Pape σύγκλῃσις, συγκλῄω, v. σύγκλεισις, συγκλείω. σύγκλῃσις Att. variant van σύγκλεισις. σύγκλῃσις, ἡ, att. = σύγκλεισις, Thuc. 5.72.