συγκοίτιον
συγκοίτιον, harlot’s hire
συγκοίτ-ιον (sc. ἀργύριον), τό,
- harlotʼs hire, Hsch.
συγκοίτιον, τό, sc. ἀργύριον, Bezahlung für den Beischlaf, Hesych.
συγκοίτιον, harlot’s hire