Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκομμάτιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκοινόομαι
σύγκοινος
συγκοινόω
συγκοίνωμα
συγκοινωνέω
συγκοινωνός
συγκοιτάδιος
συγκοιτάζω
συγκοίτιον
σύγκοιτις
σύγκοιτος
συγκολάζω
συγκολάπτω
συγκολλάω
συγκόλλημα
συγκολλήσιμος
συγκόλλησις
συγκολλητής
σύγκολλος
συγκόλλως
συγκολυμβάω
συγκομιδή
συγκομίζω
συγκομιστέον
συγκομιστήρ
συγκομιστήρια
συγκομιστήριος
συγκομιστής
συγκομιστός
σύγκομμα
συγκομμάτιον
συγκονίομαι
συγκονιόομαι
συγκοπή
συγκοπιάτης
συγκοπιάω
σύγκοπος
συγκοπτικός
συγκοπτός
σύγκοπτος
συγκόπτω
συγκοπώδης
συγκορδυλέομαι
συγκορδυλέω
συγκορδυλίζω
συγκορυβαντιάω
συγκόρυφος
συγκορυφόω
συγκορύφωσις
συγκοσμέω
συγκόσμησις
σύγκοσμος
συγκοτταβίζω
συγκουφίζω
συγκραδαίνω
σύγκραμα
συγκραματικός
σύγκρασις
συγκρατέον
συγκρατέω
συγκράτησις
…
συγκομμάτιον
Save
LSJ
συγκομμάτιον, τό, =
σκευασία τις παρὰ τοῖς ὀψαρτυταῖς,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}